Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε στις 30 Ιανουαρίου την ετήσια έκθεσή της για την Ενιαία Αγορά και την Ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για την έκτη συνεχόμενη χρονιά που δημοσιεύεται το Annual Single Market and Competitiveness Report, το οποίο εξετάζει πώς λειτουργεί η ενιαία αγορά και πόσο ανταγωνιστική είναι η ευρωπαϊκή οικονομία, με βάση 29 βασικούς δείκτες.
Το βασικό μήνυμα της έκθεσης είναι μάλλον ανησυχητικό: παρά τη μεγάλη έμφαση που δόθηκε τα τελευταία χρόνια στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, η συνολική εικόνα έχει αλλάξει ελάχιστα σε σχέση με το 2023. Περίπου οι μισοί δείκτες παραμένουν στάσιμοι, ενώ οι υπόλοιποι μοιράζονται σχεδόν ισόποσα ανάμεσα σε μικρές βελτιώσεις και επιδεινώσεις. Με απλά λόγια, η ενιαία αγορά φαίνεται να έχει «κολλήσει».
Σύμφωνα με την έκθεση, το εμπόριο μεταξύ των κρατών-μελών δεν αυξάνεται πλέον με τον ρυθμό του παρελθόντος. Η παραγωγικότητα της εργασίας στην ΕΕ παραμένει υψηλή, αλλά συνεχίζει να υπολείπεται των Ηνωμένων Πολιτειών, κυρίως επειδή η Ευρώπη αργεί να αναπτύξει και να αξιοποιήσει ψηφιακές τεχνολογίες. Οι διαφορετικοί εθνικοί κανόνες, η γραφειοκρατία και οι πολύπλοκες διαδικασίες –ακόμη και για την αναγνώριση δεξιοτήτων και προσόντων– περιορίζουν τις δυνατότητες της ενιαίας αγοράς. Είναι χαρακτηριστικό ότι η δημιουργία νέων ευρωπαϊκών τεχνικών προτύπων, που είναι κρίσιμα για τη διαλειτουργικότητα, την ασφάλεια και την αποδοτικότητα της αγοράς, χρειάζεται πλέον κατά μέσο όρο τέσσερα χρόνια, χρόνος ιδιαίτερα μεγάλος για έναν ταχύτατα μεταβαλλόμενο τεχνολογικό κόσμο.
Στο πεδίο της καινοτομίας, τα στοιχεία δείχνουν ότι το κενό επιμένει. Το 2024 οι δαπάνες της ΕΕ για έρευνα και ανάπτυξη έφτασαν το 2,24% του ΑΕΠ, ποσοστό χαμηλότερο από τον στόχο του 3% που έχει τεθεί για το 2030. Παράλληλα, οι αιτήσεις για πατέντες μειώθηκαν ελαφρά, ενώ αυξάνονται τα επαγγέλματα για τα οποία τα κράτη-μέλη δηλώνουν έλλειψη κατάλληλων δεξιοτήτων, ιδιαίτερα σε τομείς που σχετίζονται με την πράσινη μετάβαση. Την ίδια στιγμή, οι επιδόσεις των μαθητών στις φυσικές επιστήμες, όπως καταγράφονται στις μετρήσεις του OECD PISA, παρουσιάζουν πτώση, γεγονός που δημιουργεί ανησυχία για το μελλοντικό τεχνικό και επιστημονικό δυναμικό της Ευρώπης.
Η καθαρή ενεργειακή μετάβαση προχωρά, αλλά με άνισο και ανεπαρκή ρυθμό. Οι επενδύσεις μέσω του InvestEU για τη στήριξη της βιομηχανικής μετάβασης αυξήθηκαν σημαντικά το 2025, ωστόσο οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τις επιχειρήσεις παραμένουν υψηλές σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το ποσοστό της ηλεκτρικής ενέργειας στην τελική κατανάλωση έχει ουσιαστικά «κολλήσει», ενώ η αύξηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν αρκεί για να επιτευχθούν οι στόχοι του 2030. Παρότι προστέθηκαν νέες μονάδες ανανεώσιμης ηλεκτροπαραγωγής, ο ετήσιος ρυθμός παραμένει χαμηλότερος από αυτόν που απαιτείται.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και ο νέος δείκτης που εισάγει η έκθεση στο πλαίσιο του Net–Zero Industry Act (NZIA). Ο δείκτης αυτός εξετάζει κατά πόσο η ΕΕ μπορεί να καλύπτει το 40% των αναγκών της σε στρατηγικές καθαρές τεχνολογίες μέσω εγχώριας παραγωγής. Μέχρι στιγμής, ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται μόνο σε λίγους τομείς, ενώ η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές, κυρίως από την Κίνα, για κρίσιμα προϊόντα όπως μπαταρίες, φωτοβολταϊκά και ηλεκτρολύτες. Ταυτόχρονα, η ανακύκλωση σπάνιων και κρίσιμων υλικών παραμένει εξαιρετικά χαμηλή, αυξάνοντας την εξωτερική εξάρτηση και τους σχετικούς κινδύνους.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οργανισμοί όπως το European Energy Research Alliance (EERA) τονίζουν ότι η επιτάχυνση της καθαρής ενεργειακής μετάβασης δεν μπορεί να γίνει χωρίς ισχυρή επιστημονική βάση, επενδύσεις στην έρευνα και ξεκάθαρο ρόλο για τους μηχανικούς. Η έκθεση της European Commission λειτουργεί έτσι και ως υπενθύμιση: χωρίς τεχνογνωσία, δεξιότητες και ταχύτερη υιοθέτηση νέων τεχνολογιών, η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα και η πράσινη μετάβαση κινδυνεύουν να μείνουν πίσω.





