Η νέα μελέτη “Investing in Transport in the new MFF” για την TRAN Committee του European Parliament (PE 783.532), με ανάλυση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, εξετάζει πώς θα διαμορφωθούν οι επενδύσεις στις μεταφορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης την περίοδο 2028–2034 και αν προσφέρουν πραγματική αξία για τα χρήματα που δαπανώνται.
Σύμφωνα με τα βασικά ευρήματα, οι επενδύσεις στις μεταφορές θα πρέπει να στηρίξουν ταυτόχρονα την επιτάχυνση της απανθρακοποίησης, την ενίσχυση της ασφάλειας και την ολοκλήρωση του βασικού και εκτεταμένου δικτύου TEN–T, σε μια περίοδο όπου οι δημόσιοι προϋπολογισμοί είναι περιορισμένοι και εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά κενά συνδεσιμότητας, ειδικά σε διασυνοριακά έργα και σε λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές.
Η εμπειρία της περιόδου 2021–2027 δείχνει ότι ο συνδυασμός εργαλείων όπως το Connecting Europe Facility – Transport (CEF-Transport), τα Ταμεία Συνοχής, το InvestEU, τα δάνεια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και τα προσωρινά εργαλεία ανάκαμψης έχει κινητοποιήσει σημαντικούς πόρους. Ωστόσο, η απόδοση και η υλοποίηση των έργων διαφέρουν αισθητά μεταξύ κρατών-μελών και διαδρόμων, κυρίως λόγω διαφορών στη διοικητική ικανότητα, στην ωριμότητα των έργων και στα εθνικά πλαίσια συγχρηματοδότησης.
Για την περίοδο 2028–2034, προτείνεται μια νέα αρχιτεκτονική χρηματοδότησης που βασίζεται σε ενισχυμένο CEF-Transport, σε ειδικά “παράθυρα” μεταφορών του European Competitiveness Fund (ECF), σε ανασχεδιασμένα ταμεία συνοχής μέσω των National and Regional Partnership Plans (NRPPs), καθώς και στη συνέχιση των εργαλείων InvestEU και Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Η μελέτη τονίζει ότι αυτή η δομή μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία, εφόσον υπάρξει πιο καθαρός διαχωρισμός ρόλων, καλύτερος συντονισμός μεταξύ έρευνας, καινοτομίας και εφαρμογής, και πιο συστηματικά πλαίσια αξιολόγησης απόδοσης.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται σε έργα ευρωπαϊκής προτεραιότητας, όπως η ολοκλήρωση των διασυνοριακών και “χαμένων συνδέσεων” του TEN-T, η ανάπτυξη υποδομών εναλλακτικών καυσίμων και ψηφιακών συστημάτων όπως το European Rail Traffic Management System (ERTMS), τα Intelligent Transport Systems (ITS) και τα προηγμένα συστήματα διαχείρισης κυκλοφορίας, καθώς και έργα που συνδυάζουν πολιτική συνδεσιμότητα με στρατιωτική κινητικότητα και προστασία κρίσιμων υποδομών.
Παράλληλα, η μελέτη επισημαίνει κινδύνους, όπως η αραίωση των προτεραιοτήτων μεταφορών μέσα σε ευρύτερα χρηματοδοτικά πακέτα, οι ανισότητες στην ικανότητα υλοποίησης μεταξύ κρατών-μελών και η ατελής ενσωμάτωση κριτηρίων απανθρακοποίησης, ανθεκτικότητας και ασφάλειας στις διαδικασίες επιλογής έργων.
Στο πλαίσιο αυτό, προτείνονται στοχευμένες βελτιώσεις: συγκέντρωση του CEF-Transport σε λίγα αλλά υψηλού αντίκτυπου διασυνοριακά και διπλής χρήσης έργα, ενίσχυση τεχνικής υποστήριξης και όρων στο πλαίσιο της πολιτικής συνοχής, καλύτερη σύνδεση μεταξύ έρευνας και επενδύσεων μέσω ενός “innovation-to-deployment pipeline”, καθώς και ενίσχυση της διακυβέρνησης, της διαφάνειας και της ενσωμάτωσης ζητημάτων ασφάλειας στις επενδύσεις μεταφορών.
Συνολικά, η μελέτη δείχνει ότι οι μεταφορές στην ΕΕ δεν είναι απλώς θέμα υποδομών, αλλά κρίσιμος παράγοντας για την πράσινη μετάβαση, την ασφάλεια και την περιφερειακή ισορροπία της Ευρώπης.
Το πλήρες κείμενο της μελέτης είναι διαθέσιμο εδώ.





